Οι χορδές του ξύλινου εκείνου βιολιού
Ο ουρανός κρύφτηκε, η θάλασσα μαύρισε, τα δέντρα σώπασαν σε αυτή την εικόνα του σαπισμένου κόσμου. Και 'γω απόκληρη από τον κόσμο, διωγμένη από τη ψυχή μου, ποτέ άλλοτες δεν ένιωσα αυτή τη ρίγη της θλίψης να με διαπερνά. Και τη στιγμή που ακούγονταν οι χορδές του ξύλινου εκείνου βιολιού σε μια άκρη, τρεμόπαιζαν οι δικές μου ισορροπίες, με χλωμό πρόσωπο, με μια βραχνή ανάσα αποπειράθηκα να μιλήσω στον άνθρωπο που καθότανε στο βάθος μα στο σκυθρωπό πρόσωπο του καθρεφτίζονταν αυτή κραυγή που ζωγραφίζεε σε όλους και τρόμαξα. Βγήκα από εκείνο το δωμάτιο, βρισκόμουν στη βροχή και έτρεχα τόσο δυνατά όπως με πλάκωνε η βροχή στη ψυχή.Σταμάτησα να ξαποστάσω σε ένα τοίχο, χαλασμένο από τον καιρό και έμεινα εκεί ασάλευτη. Ένιωσα μια ξαφνική ευτυχία, ναι, μην ρωτάτε γιατί, είναι σκοτεινά, κανείς δεν ακούει το χτύπο της καρδιάς μου, μονάχα εγώ παρέα με τη βροχή , τα μάτια μου ορθάνοιχτα στο απέραντο σκοτάδι, στη μοναξιά που με κατέκλυσε και πάλι. Και όμως που νιώθω είναι πια είναι το α...